Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Για την μυγδονία ρε...

Για την μυγδονία ρε...

Σε κάποιο Δήμο  του Βορά
γνωστό  σαν  Μυγδονία
διάσημο για τα Δριμίγκλαβα,
τη Μπάλτζα και τ΄Αϊβάτι,
κάποιοι βρεθήκαν προύχοντες
με σταυρωμένα χέρια,
περίσσεψε  η αμορφωσιά
και η ανευθυνοευθύνη
κι από Μυγδονίας ο Δήμος
-και τόπος Αμαλθείας,-
έγινε... Ημιμαθείας.
Κι αφού δουλειά δεν είχανε
σαν χόρτασαν τη μόστρα,
τις βόλτες και τη γκλαμουριά
και τη μυγοσκοτώστρα,
χρήμα λαχτάρησαν ζεστό
κι ορέχθηκαν κονδύλια,
φως όμως δεν βλέπανε
κι αρχίσαν τα καντήλια.
Βαρέθηκαν να κάθονται
ολημερίς στον πάγκο
πρόστιμα βιομηχανικά
να σβήνουν με το blanco,
τ΄ απόβλητα είχαν μοναχά
να βγάζουν κάνα φράγκο.
Οπότε τη γενεσιουργό
σκεφτήκανε αιτία,
του πλούτου που περίσσευε
για την τοκογλυφία

και στα σκουπίδια στράφηκαν
με εμμονή και βία.
γιατί, ως κρατικοδίαιτοι,
κι αχόρταγοι αρουραίοι,
την τους Μύγδονες ήξεραν
ότι η αδιαφορία… ρέει.
Ότι όλοι πέρναγαν καλά
και ζούσαν σαν Ρωμαίοι,
μάλιστα κέρναγαν συχνά
… καλοί νοικοκυραίοι…
Λουκούλεια τα γεύματα
γαστριμαργία και σάχλα
και να ΄ταν μοναχά αυτό;
το πλαίσιο το θεσμικό
τους έδινε την άπλα
γιατί απ΄  τις  εξαγωγές
και τις επιδοτήσεις
όσο αγλέορα έτρωγαν
πετούσαν άλλο τόσο
και σαν καλοί νεόπλουτοι
έκαναν τον καμπόσο.
Μέχρι που τα σκουπίδια τους
έκαναν καταβόθρες,
της λίμνης της Κορώνειας
τις δεξιές τις όχθες.
Η εξουσία σε διαπλοκή
είναι όλη μέρα ξάπλα.
Κι όσο αυτοί είν΄αδιάφοροι
η εξουσία τη βρίσκει
σαν βλέπει τέτοια παρακμή...
κι αν ρέει το ουίσκι.
«Τίποτα» έλεγαν, «παιδιά,
δεν πρέπει να πάει χαράμι...
πρέπει να επενδύσουμε
στο μόνο μας ταλέντο…»
Είπαν μα δεν τους έβγαινε
και γέμιζε η χαβούζα
ψήλωνε η χωματερή
κι έπαιζαν καραμούζα…
Τους είχε αφήσει ανήσυχους
το τρόπαιο του Ρεγκούζα
κι ολημερίς δοκίμαζαν
τις μάρκες απ΄ τα ούζα.
Πολλοί κερνούσαν τσίπουρο,
απ΄ τα καλά καζάνια
κι απ΄ τα συμβούλια φεύγανε
ν΄ ανοίξουνε σαμπάνια.
Κι όταν το ουίσκι τέλειωνε
άρχιζαν να βελάζουν
η διαπλοκή περίσσευε,
κι είδαν πως δεν την βγάζουν.
Η  βλακεία τους, κατέρρευσε
σαν πράξη και θεωρία,
γιατί στον κόσμο θύμιζε
τον κόπρο του Αυγεία...
Ώσπου κάποια μεσάνυχτα
είχαν πια γίνει φέσι,
μια ιδέα, κάποιος έριξε:
«Θα υπάρχει», είπε, «σχέση»
Ποιο είναι το καλύτερο
απ΄ όσα ήπιαμε ούζα;...»,
«Θέση;
Είναι η «Δώδεκα» λοιπόν!
Κι αν φύγει η χαβούζα...;
Όλοι να κάτσουν σούζα!»
«Μεις είμαστε οι αρμόδιοι
Σε ποιον λόγος θα  πέσει;»
φτιάχνονταν και συνέχιζαν
«Δώδεκα είναι η θέση!
Δώδεκα οι άθλοι του Ηρακλή
Και δείτε πώς θα δέσει!...»
Το ληστρικό τους, ξύπνησε
παράτησαν το ξύστρο
κι όλοι το καταχάρηκαν
σαν είδαν τέτοιον οίστρο..
Η θέση «δώδεκα» είν΄ καλή
και η πλαγιά αλφάδι
Δώδεκα τα μεσάνυχτα!
Κι είναι καλό σημάδι!
Τα μάτια σας ορθάνοιχτα!
θα μείνουν παξιμάδι,
κι όποιος φέρει αντίρρηση
τον βγάζουμε στραβάδι.
«Θα ΄σκώσουμε εργοστάσιο!»
και τύφλα στο μεθύσι
«Θα υψώσουμε υψικάμινο,
Λέγαν…  «Η μόνη λύση»
και σοβαρεύονταν. «Παιδιά,
ό,τι κι αν μας στοιχίσει!...
Ποιος θα μας σταματήσει;"
Ύφος παίρναν μακάριο
και σ΄ όποιον δεν αρέσει
να μάθει το «τροπάριο»,
κι ο νούς του να χωρέσει...
«Για να προκόψει ο τόπος μας
στήνουμε και παράγκα...
θα καίμε το αέριο
θα βγάλουμε και φράγκα,
«Πρώτα η χωροθέτηση»
κι ας είναι ματσαράγκα,
γιατί τη θέση αν δεν δεχθούν,
μας έφαγε η μαρμάγκα!!»
Κι αρχίσανε τα σχέδια,
μ΄ ασκήσεις επί χάρτου,
τα κέρδη τους λογάριαζαν
επί του ... «ακαθάρτου»
Αν γίνει η χωροθέτηση
και φάει η ΔΕΗ τον όχθο
σκάψιμο δεν θα χρειαστεί,
γλυτώνουμε τον μόχθο!
Τα αγκιά θα γίνουν θυμιατά
κι οι κοπριές λιβάνι,
και λίπασμα θα στέλνουμε
πρώτοι, στο μειντάνι.
Μπλα μπλα μπλα μπλα, κι αν ψάξουμε
και βρούμε ΄κάναν μάγκα
όλοι θα τα βολέψουμε!
κι όλο με κάποια τράμπα,
ευθύς θα ξεμπερδέψουμε!.
Θα βγει το έργο τσάμπα!
Αμέσως οργανώθηκαν,
σύστησαν συμμορία,
μαύρες σελίδες γράψανε
απίστευτη η ιστορία,
«Αντίς για γίδις ήπιρνι΄
΄πιδότης για μοσχάρια,
μιτρώντας δώδεκα αυτιά
σαρανταουχτό ποδάρια.
Ήβρισκεν στου κατάστιχου
ολνούς  τους κερατάδις,
συμπλήρουνι στου έγγραφου,
τα κέρατα... αράδις,
κι έτς μ΄ ένα ζώου γράπουνι
-αχ κενωνία άπουνη-
ένα κομούλ παράδις».
Συνάθροισε τριγύρω του
πολλούς σκουπιδιαραίους,
με πρώτους και καλύτερους
δέκα   νοματαίους,
αλλά και τους ανώτερους
τους τράβηξε το μέλι!
"Μήπως δεν θέλει η βλαχιά;
Θέλει και παραθέλει!
Αγάλια αγάλια γίνεται
η αγουρίδα μέλι¨."
Γρήγορα όμως γροίκησαν
ότι η βλαχιά γκρινιάζει
δεν τους εμπιστευότανε
τους έφαγε τ΄ αγιάζι
κι αμέσως το γυρίσανε
πήγανε παρακάτω,
πρότειναν Βρωμοπήγαδο
κόμβο και συνδικάτο.
Στο μεταξύ η Κορώνεια
πνιγόταν στο σκουπίδι,
μια απέραντη χωματερή,
ήταν, κι αποκαΐδι.
Το δάχτυλο το έδειχνε,
μα θέλαν δαχτυλίδι,
γιατί άμμο φόρτωναν πολλοί
και πιο πολλοί χαλίκια
ήτανε επιστήμονες
με τα παπατζηλίκια.
Δούλευε ασταμάτητα ο ΤΙΤΑΝ
και άνοιγε νταμάρια...
Ο σουπερβάιζορ δυστυχώς
δεν έβλεπε τα χάλια.
Θράσος μεγάλο είχανε
και στο Natura μπήκαν
με σπόνσορα το ΠΕΧΩΔΕ
και φυσιολάτρες βγήκαν!
Για τα περιβαλλοντικά,
τυπώσανε  φυλλάδια,
πολλοί ΄είπαν, «τι καλά παιδιά!
Λυπούνται τα ζαρκάδια!!
Απλώνουν στον πολιτισμό
όλα τα παραγάδια.
έχουνε όραμα τρανό
κι ας έχουν τσέπη άδεια...
Κονδύλια όμως δεν είδανε
και συρμαγιά δεν φτιάξαν,
άλλοι ήρθανε στα πράγματα
αλλάξαν τα διατάγματα
και τα λεφτά πετάξαν.
«Θα ΄σκώσουμε Γυμνάσιο!»
καυχιόταν με μεράκι,
θα μπούμε και στα ΣΔΙΤ
θα έρθει παραδάκι
για να προκόψει ο τόπος μας,
Ας είμαστε Αρχοντάδες!
Κάνουμε τεμενάδες...»
Αποταθήκαν στον Σουφλιά
και για καιρό χαθήκαν,
ψάχνανε στο ΥΠΕΧΩΔΕ
μα τίποτε δεν βρήκαν.
Κάποιοι προκύψαν πρόθυμοι
Της μαϊμουδομελέτες
γιατί αν δεν σπάσουνε αυγά,
δεν φτιάχνονται ομελέτες»
Μάζεψαν σχέδια και χαρτιά,
φασούλι το φασούλι
κι ένα πρωί χτυπήσανε
την πόρτα του Σαλαγκούδη.
Εκεί τα βρήκανε καλά
μ΄ αυτό το κλαψοπούλι,
μεταξωτό του τάξανε
απ΄ το Σουφλί κουκούλι.
Και «στο φινάλε ρε παιδιά,
το παίρνετε για προίκα,
κάντε τα ψηφοδέλτια,
πείτε, «εν τούτω ΙΚΑ»
γιατί πλησιάζουν εκλογές,
οι ψήφοι θέλουν προίκα,
χωρίς το έργο ποιος θα μπει;
μαζί σας ποιος θα συνταχθεί;
ούτε η κουτσή Μαρίκα...».
Κι έτσι άρχισαν το μπάζωμα,
να θάψουνε το ρέμα,
να στρώσουνε τη μπάζα τους
πνιγμένοι μες το ψέμα,
Λεφτά όμως δεν ήρθανε.
δεν είχε. Ούτε για δείγμα
και στα συμβούλια φάνηκε
νωρίς το πρώτο ρήγμα.
Πρώτος ο Οικολογιατρός
τους έβγαλε στη σέντρα
κι ΄παν, πως τους κατάγγειλε,
που ΄κοψαν κάτι δένδρα...
Το Αριστοτέλειο κι αυτό τους χτύπησε
με ποντιακά ούρσ-οζίδια
κι ορθά επεσήμανθηκε
πως καίγοντας σκουπίδια,
θα τα γεμίσουν τα νερά,
διοξίνη και οξείδια,
κι όποιος στην όχθη κατουρά
και της γυρνάει την πλάτη,
το βρίσκει στο αλάτι...
Ήρθαν κι  οι Θεσσαλονικείς
μ΄ ένα σωρό αντιρρήσεις
θέλανε γάργαρο νερό
κι όχι απομιμήσεις.
Έχει αμίαντο το νερό!
να ΄χει κι αποκαΐδια;»
έστελναν τελεσίγραφα
φριχτά μ΄ αμμο-σταυρίδια:
«Βάλτε τα κει που ξέρετε
τα τόσα σας σκουπίδια!
Εμάς θα φαρμακώσετε;
Να πάτε στα τσακίδια!
Πίναμε απ΄ τον  Θερμαϊκό
κι ας είναι το νερό αλμυρό,
αν είναι μια απ΄ τα ίδια...»
Αυτοί όμως, πού να πτοηθούν,
με τόσα που είχαν ζόρια,
άρχισαν να κινδυνολογούν,
όλοι μαζί και χώρια,
«πως θα ΄ρθουν πρόστιμα χοντρά
κι είναι μεγάλο κρίμα,
να πάει το έργο, να χαθεί,
να χάσει ο τόπος...  χρήμα!»
Και δώστου επίτηδες φωτιές
και δώστου συνεντεύξεις
είχαν πολλά υποσχεθεί,
άνοιξαν τις ορέξεις.
Οι εφημερίδες έγραφαν
πλήρωναν με τις λέξεις
«Αν η γελάδα είναι χοντρή
πρέπει  να την αρμέξεις...»
Φούμαρα; Είπανε πολλά,
Είχαν δικές τους βλέψεις
Κι η χαζομάρα κάνει μπαμ
Αν την καλοπροσέξεις...
Ο κόσμος το κατάλαβε
ότι ήταν ντενεκέδες
ότι ήταν εξαπτέρυγα,
και δουλικοί λακέδες.
Ώσπου όλα ναυαγήσανε...
Πόσο να πάει το πράμα;
«Ποιος Άγιος θαυματούργησε,
με κάλπικο το τάμα»;
Έχει μεγάλη απόσταση
το άμα απ΄ το θάμα
κι εδώ είναι Βαλκάνια...
Είναι μακρύ το σκάμμα...
Και τώρα περιμένουνε
απ΄ την Ευρώπη γράμμα,
με μιαν ελπίδα μοναχά
μπας και λυθεί το δράμα:
Και ποια ελπίδα
είναι αυτή;
Να ΄ρθει... ο Νταλάι Λάμα*.

Αναρτήθηκε από: http://www.mygdoneoi.gr/mygdoneoi/gonia-tou-mathete/gia-tin-mygdonia-re.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: